Haig - Jazz
Του Λεωνίδα Αντωνόπουλου/ leonidas@world-music.gr
Share |

Ry Cooder(a)

Τα πιο εξωτικά ευρήματα μπορείς να τα ανακαλύψεις και στην αυλή του σπιτιού σου.

Το να πηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα, να περιφρονείς τις τάσεις, τις μόδες ακόμη και την ίδια την εποχή, έτσι όπως την ερμηνεύει η πλειονότητα, είναι μια από τις βασικές υποχρεώσεις για κάποιον που θέλει να θεωρείται δημιουργός. Υποχρέωση ξεχασμένη, φυσικά, από τους περισσότερους και γι' αυτό αξιοθαύμαστη, εάν τύχει και τη συναντήσεις. Και έτυχε. Για άλλη μια φορά με τον Ry Cooder.

Μέσα στο καλοκαίρι κυκλοφόρησε το "I Flathead", το τελευταίο άλμπουμ-επεισόδιο της συναρπαστικής "αμερικάνικης τριλογίας" του, η οποία ξεκίνησε με το "Chavez Ravine" το 2005 και συνεχίστηκε με το "My Name is Buddy" το 2007. Ο συνθέτης και κιθαρίστας με τις διεθνείς περγαμηνές μεταμορφώθηκε λοιπόν και σε συγγραφέα που παρατηρεί σαρκαστικά τους απόκληρους του αμερικάνικου ονείρου. Σε μια εποχή που όχι μόνο γυρίζει την πλάτη στα "concept album" για χάρη ενός, άντε δύο, track, αλλά προσδοκά τη στενή σχέση με την εικόνα (την τηλεοπτική κατά προτίμηση), ο Ry Cooder κυκλοφόρησε τρία ολόκληρα άλμπουμ που για να τα απολαύσεις είσαι υποχρεωμένος να τα ακούσεις από την αρχή ως το τέλος, με τη σειρά και όχι στο "random". Και όχι μόνο αυτό, αλλά για να μπεις στο πνεύμα των τραγουδιών πρέπει να διαβάσεις! Ναι, έτσι ακριβώς. Να διαβάσεις τα βιβλιαράκια που τα συνοδεύουν για να παρακολουθήσεις την εξέλιξη της ιστορίας. Ο Ry Cooder ολοένα αποτραβιέται από τη σύγχρονη εποχή, θυμίζοντας την ιδιοσυγκρασιακή διαδρομή του Bob Dylan ή του Tom Waits. Και όσο αποσύρεται από τα βλέμματα του κόσμου τόσο πιο βαθιά μπαίνει στην ουσία της μουσικής του. Πριν τρία χρόνια έκλεισε το κεφάλαιο "Κούβα", που είχε ανοίξει από το 1996, σήκωσε δικό του μπαϊράκι και ξεκίνησε μια πορεία χωρίς να κοιτάξει πίσω, δίχως να νοιαστεί εάν τον ακολουθεί κανείς. Ένας μοναχικός καβαλάρης, με όπλο την ωριμότητα που απέκτησε σκαλίζοντας για πολλά χρόνια τις ξένες παραδόσεις: Αφρική, Κούβα, Ιαπωνία... Κι αφού ξεμπέρδεψε με τα εύκολα, έπιασε τα δύσκολα. Γιατί είναι ένας άνθρωπος που έπαιρνε πάντοτε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του και ξέρει καλά πως δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο από το να μιλήσεις για εσένα, για τον εαυτό σου και για τη δική σου παράδοση χωρίς στερεότυπες επαναλήψεις και κοινότοπα αναμασήματα. Η πρώτη σκέψη που έκανα, ακούγοντας το "I, Flathead", ήταν: Μα χρειάστηκε να ταξιδέψει πρώτα σε ολόκληρο τον πλανήτη για να καταλήξει τελικά (;) στο συμπέρασμα ότι τα πιο εξωτικά ευρήματα μπορείς να τα ανακαλύψεις και στην αυλή του σπιτιού σου, δηλαδή -στην περίπτωσή του- την Καλιφόρνια των ΗΠΑ; Η δεύτερη ήταν ότι μάλλον έχει πολλά να πει, πράγματα που διδάχτηκε από τα ταξίδια του και τις συναναστροφές με ξένους καλλιτέχνες, οπότε καλά θα κάνουμε να τον ακούσουμε. Ο Cooder έσκαψε στην πρόσφατη ιστορία της δικής του αμερικάνικης γειτονιάς η οποία βρίσκεται εκεί που ρίχνει τη σκιά του το λαμπερό όνειρο της Δυτικής ακτής των Η.Π.Α. Βρήκε ιστορίες για τη σκοτεινή πλευρά της Αμερικής, που διαμορφώθηκε από καθημερινούς ανθρώπους: μεξικανούς, μετανάστες, ντόπιους πολιτικούς, φτωχούς εργάτες, ριζοσπαστικοποιημένους αγρότες, λευκούς ρατσιστές, φτωχοδιάβολους οδοιπόρους μιας Αμερικής που έχασε τον δρόμο για το περίφημο όνειρο. Στο πρώτο από τα τρία άλμπουμ "μουσικής λογοτεχνίας" που συνθέτουν αυτήν την, ας την ονομάσουμε "Τριλογία της Καλιφόρνια", το "Chavez Ravine", ο Cooder, σε ρόλο δημοσιογράφου, έκανε ρεπορτάζ κι έφερε στο φως μια ξεχασμένη ιστορία, μια μελανή σελίδα του Λος Άντζελες τη δεκαετία του '50, την ισοπέδωση του Τσάβες Ραβίν, μιας γειτονιάς όπου ζούσαν κυρίως φτωχοί μεξικανοί, ώστε να χτιστεί εκεί το ολοκαίνουριο γήπεδο της ομάδας μπέιζμπολ του Λος Άντζελες, των L.A.Dodgers (οι συνειρμοί με το γήπεδο του Παναθηναϊκού στον Βοτανικό και τον διωγμό των τσιγγάνων, δεκτοί). Σε ρόλο σκηνοθέτη "ντεκουπάρησε" τις σκηνές-τραγούδια μοιράζοντας την αφήγηση πότε στην πλευρά των λευκών μικροαστών που σιγοντάρουν την εκδίωξη των μεξικανών, πότε στους πολιτικούς που στο απόγειο του μακαρθισμού εξαπολύουν μια αντικομουνιστική υστερία εναντίον των ριζοσπαστών "τσικάνος", πότε στον χειριστή της μπουλντόζας που γκρεμίζει τα σπίτια τους και κυρίως στους ίδιους τους αμερικανομεξικανούς, μέσα από μία συγκινητική αναβίωση του "Mex-Angeles" ήχου του '50, με τη βοήθεια όσων μουσικών βρισκόντουσαν ακόμη εν ζωή.

Στο δεύτερο, το "My Name is Buddy", έγινε λίγο πιο... Κούντερα: πιο λογοτεχνικός και πιο πολιτικός. Αποφάσισε να θυμίσει την περίοδο που η αμερικάνικη φολκ και το bluegrass υπήρξαν οχήματα πολιτικού λόγου συμβάλλοντας στη ριζοσπαστικοποίηση των εργατών και των αγροτών στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ. Την εποχή που ο Woody Guthrie τραγουδούσε "This Land is Your Land". Σ' ένα παραμύθι γραμμένο σε μορφή τραγουδιών-μονόλογων βασισμένων στις περιπέτειες που περιγράφονται αναλυτικά στο συνοδευτικό βιβλιαράκι, παρακολουθούμε την περιπλάνηση των τριών πρωταγωνιστών -του Buddy του κόκκινου(!) γάτου, του αριστεριστή πόντικα Lefty Mouse και του αιδεσιμότατου Tom Toad- στον χρόνο και τον χώρο: Στις δεκαετίες του '20 και του '30 και στην αμερικάνικη ύπαιθρο της ωρομίσθιας εργασίας, των μεγάλων αφεντικών με τους ιδιωτικούς στρατούς, στην εποχή του κλεισίματος των μεγάλων αγροκτημάτων, των μαζικών απεργιών, της διεφθαρμένης από τους επιχειρηματίες αστυνομίας, των πληρωμένων δικαστών... Και ταυτόχρονα στην Αμερική του Hank Williams και των συνδικάτων, αλλά και της Κου Κλουξ Κλαν και του ισχυρού άνδρα της F.B.I. J. Edgar Hoοver. Με τη βοήθεια μερικών βετεράνων της αμερικάνικης φολκ ο Ry Cooder στήνει ένα πειστικό ηχητικό μυθιστόρημα όπου ο λόγος, η γραφή και ο ήχος είναι με εντυπωσιακό τρόπο αλληλένδετα.

Και τώρα, με το "I Flathead", η "αμερικάνικη τριλογία" του συμπληρώνεται με αφορμή τον country και bluegrass ήχο της υπαίθρου των ΗΠΑ. Η αφήγησή του αφορά στις περιπέτειες ενός τραγουδιστή της country, του Kash Buk, και του συγκροτήματός του των Klowns. Τον οποίο Kash (διπλή αναφορά στον Johnny Cash και στο "παραδάκι") συναντήσαμε σ' ένα κλαμπ στην προηγούμενη ιστορία, του "My Name is Buddy", και εκτός από τραγουδιστής είναι και πιλότος αγωνιστικών αυτοκινήτων. Σκηνικό είναι η ύπαιθρος του '50 και του '60. Πειραγμένα αυτοκίνητα, κακόφημα μπαρ, παρηκμασμένες ξανθιές, τραγούδια country & western, σκόνη και ζέστη. Tex-mex ήχος, παλιομοδίτικα mariachi και rancheras, με τον μακαρίτη Flaco Jimenez στο ακορντεόν, boogie διάθεση και διακριτικές αναφορές στην πολιτική, αμυδρές σε σύγκριση με τα προηγούμενα δύο άλμπουμ. Γιατί αυτό που τον ενδιαφέρει στο "I, Flathead" είναι να μιλήσει για την αλληλεπίδραση των διαφορετικών κοινοτήτων που ζουν στο Λος Άντζελες, μια πραγματικότητα άγνωστη –και αδιάφορη- για τον έξω κόσμο. Τρεις δίσκοι μοναδικοί, ξεχωριστοί, αυθεντικοί σε έμπνευση και εκτέλεση, που μιλούν για έναν κόσμο στο κατώφλι της λήθης. Έναν κόσμο που χάνεται και σβήνει από τη μνήμη των ανθρώπων καθώς θάβεται κάτω από τη σκόνη της ερήμου από τη μία και της οικιστικής ανάπτυξης από την άλλη. Οι ιστορίες του Ry Cooder βρίθουν από σχολαστικές λεπτομέρειες, είναι σαρκαστικές, είναι πολιτικές, είναι ανθρώπινες. Και ακούγονται υπέροχα.



fashion addiction